Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Γράμμα μιας γιαγιάς στην εγγονή της Της Νίκης Κόλλια

Αγαπημένη μου,
μονάκριβη μου εσύ στον κόσμο τούτο, για μια και μοναδική φορά σε παρακαλώ να με ακούσεις και ας ξέρω καλά πως η ώρα είναι πια περασμένη και δεν υπάρχει γύρω μου τίποτα πια το φωτεινό. Δε με νοιάζει, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και ζεστά μεσημέρια έμενα μόνη, ακούγοντας μόνο  τους άλλους, περιμένοντας κάτι το διαφορετικό να έρθει, πέρα από την ζωή μου και αυτή των άλλων, πέρα πολύ, μα ποτέ δεν έφτασε, και ποτέ δεν μίλησα - ούτε προσπάθησα ποτέ.
Άκου αγάπη μου : Χθες βράδυ είδα το πατέρα μου στον ύπνο μου, όπως τον θυμάμαι μικρό κοριτσάκι λίγο πριν χαθεί. Ποτέ άλλοτε δεν τον έχω φέρει στον όνειρό μου, λες και τόσο καιρό είχα ξεχάσει την μορφή του. Ήταν αναστατωμένος και με παρακλητική φωνή, τι θαρρείς, πως μου ανήγγειλε; Πως δυνατός άνεμος ξερίζωσε το μεγάλο δέντρο στη μέση της αυλής του σπιτιού μας. Ο άνεμος; Ποιος άνεμος; Που ξανάκουσα αλήθεια για τον άνεμο μέσα σε τούτο δω το σπίτι, εγώ,  καθισμένη σε αυτό το τραπέζι τόσο καιρό, να καμαρώνω πάντα σκόρπιες φωτογραφίες της ζωής που χώρεσαν και αυτές σε ένα παλιό κουτί -ο μόνος θησαυρός μου- με μυρωδιά ρίγανης και γαζίας; Ένα κουτί που στοίβαξε, έκλεισε και έκλεψε τη μνήμη και τη χαρά και έμεινα να νταντεύω την αγιάτρευτη μοναξιά του.
Μικρό κοριτσάκι έμεινα μόνη. Η ζωή μου, άρχισε με μια σειρά αποχαιρετισμών, πριν ακόμη προλάβω να γνωρίσω αγαπημένους. Τίποτα δεν είχα, ποτέ, μόνο αυτό το μικρό κουτί με μια φωτογραφία του πατέρα πριν τον πόλεμο. Αλήθεια τι όμορφος που ήταν ο πατέρας, και ένα μαντήλι της μάνας με κεντημένα τα αρχικά της: Κάτια Κ. Α! Και λίγη ρίγανη και λίγη γαζία, από αυτή που είχαμε στη μέση της αυλής και ο πατέρας μου είχε κρεμάσει στα κλωνάρια της μια μεγάλη κούνια για να περνώ με χαρά τα ατελείωτα καλοκαιρινά μεσημέρια και να κάνω ησυχία καθώς οι άλλοι ξεκουράζονταν. Και χωρίς να το καταλάβω κύλησαν τα χρόνια και η μοναξιά και γνώρισα τον παππού σου - και παντρεύτηκα. Και έγινα η καλύτερη μάνα για τον γιο του, και απόκτησα δυο ακόμη παιδιά, και η μητέρα σου στη μέση, και το πείσμα μου μεγάλο· να γίνει η καλύτερη, να κάνει ό,τι δεν πρόλαβα εγώ να κάνω, να ζήσει! Και συνέχισα να δίνω, χωρίς να παίρνω, και τα μεγάλωσα με πολύ κόπο και δεν είπα λέξη σαν έφυγαν και με άφησαν μονάχη.
Εγώ είχα το κουτί μου. Μια φωτογραφία ακόμη όλης της οικογένειας έβαλα μέσα σε αυτό, από το γάμο μου δεν κράτησα καμιά. Μια φωτογραφία της μάνας του Δημήτρη, τα πρώτα σκουλαρίκια της δικής σου μαμάς, ένα κομμάτι ύφασμα γεμάτο αίματα, τότε που χτύπησε άσχημα ο Νίκος και φοβήθηκα για πρώτη φορά τόσο πολύ πως θα έμενα μονάχη.
Δεν ξέρω αν με αγάπησε ο παππούς σου γιατί δεν έμαθα ποτέ πώς και εάν  μου την έδειχνε την αγάπη του. Ίσως να με αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλον, μα αν ναι, τότε είναι κρίμα που ποτέ δεν μου το είπε. Είναι τόσο άδικο όταν αγαπάς, νιώθεις, θες και δεν το λες. Εγώ λάτρευα τη μητέρα σου και πάντα ήμουν αυστηρή μαζί της. Γιατί; Γιατί απλά είχα από αυτή απαιτήσεις, τις πιο πολλές από όλους. Το ξέρω πως και αυτή με αγαπά. Και ας μην το λέμε πολύ συχνά. Τώρα βλέπω πως όταν αγαπάς κάποιον τα όρια είναι λεπτά,  τόσο που η αγάπη γίνεται ασφυξία καμιά φορά. Tι είναι άραγε αυτή η αγάπη; Νομίζω πως τώρα ξέρω: Είναι η προσοχή και το ενδιαφέρον γι’ αυτούς που αγαπάς, τίποτε άλλο δεν είναι τόσο όμορφα σημαντικό…
Όλοι οι αγαπημένοι μου προτίμησαν να μείνουν μακριά μου, και εκεί που όλα ήταν σκοτεινά ήρθες εσύ - ένα τόσο δα ξανθό, όμορφο μωρό!  Και έφερες πάλι τη ζωή, την χαρά, που ίσως για πρώτη φορά ένιωθα σε τέτοιο βαθμό. Σε λάτρεψα με μια αγάπη ώριμη, μια αγάπη που για πρώτη φορά δεν ζητούσε ανταπόδοση, δεν απαιτούσε. Σε έβλεπα να μεγαλώνεις και εγώ ξαναγεννιόμουνα. Τα τελευταία καλοκαίρια μας  ήταν τα πιο όμορφα της ζωής μου, κάθε σου παιχνίδι μιαν ελπίδα, κάθε σου γέλιο μια ακόμη ζωή, κάθε σου δάκρυ και ένας μικρός θάνατος.
Καρδούλα μου σε αγάπησα τόσο πολύ που δεν έχω αγαπήσει άλλο άνθρωπο στη ζωή μου και η ευτυχία που μου χάρισες είναι η πιο μεγάλη, χωρίς καμιά βία, δίχως την παραμικρή διεκδίκηση. Εδώ κάπου η ιστορία μου τελειώνει, μα τελειώνει με το πιο ονειρεμένο τέλος, υπήρξα πολύ μόνη μα όλα φωτίστηκαν και γέμισαν χρώμα ξαφνικά.  Δεν φοβάμαι πια. Κάποτε, ναι, φοβόμουν πολύ και για  αυτό δενόμουν τόσο πολύ με τους δικούς μου, και ακόμη περισσότερο υπέφερα…
Το μόνο που με λυπεί είναι πως δεν θα ζήσω τίποτε άλλο από το δικό σου όνειρο· μα σε αφήνω σε καλά χέρια, καθώς εσύ έχεις ένα μυστικό θησαυρό, αυτόν που πάντα έψαχνα και άργησα να το βρω και να τον δώσω : Την αγάπη και την φαντασία. Θέλω τόσα να σου πω μα δεν βγαίνει η φωνή μου. Θέλω τόσα πολλά σε όλους να πω, μα φοβάμαι πως κανείς δεν θα με ακούσει. Θέλω τόσο πολύ να μιλήσω, μα δεν έχω κουράγιο. Ήρθε φαίνεται ο καιρός της σιωπής, της ησυχίας...
Τι παράξενα που φυσάει ο άνεμος τούτος απόψε,  ανακατώνει τα άσπρα μαλλιά μου -ίσως για τελευταία φορά- με τέτοια δύναμη που θαρρώ πως είμαι πάνω σε κατάστρωμα και χαζεύω το μαύρο ως εκεί που διαλύεται από τα κίτρινα φώτα της στεριάς. Ξάφνου τραβάς την καρέκλα σου κοντά μου «θα κρυώσεις γιαγιά μου» μου λες και μου ρίχνεις στους ώμους ένα γαλάζιο σάλι, πιάνω το χέρι σου, σε κρατώ με όλη μου τη δύναμη, σφιχτά από τον αγκώνα, ο ουρανός από πάνω μας έχει γεμίσει με χιλιάδες αστέρια, και όπως μας φυσά τούτος ο αέρας φαντάζομαι πως είμαστε γλάροι - και δεν έχει σημασία προς τα πού θα ταξιδεύουμε πιά…
Δεν αντέχω άλλο μικρή μου, κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι πως γίνομαι ξανά παιδί πάνω στη ξύλινη κούνια της αυλής μας : «Πιο δυνατά μπαμπά, πιο ψηλά, να φτάσω τα σύννεφα!», λέω και ο μπαμπάς μου γελάει με ευχαρίστηση. Τι έχω να σου δώσω καλή μου; Σου έδωσα ό,τι ήξερα, όπως μπορούσα.
Σου αφήνω και αυτό το κουτί με την γαζία : Είναι η μνήμη, φύλαξε την αν μπορείς .Έβαλα μέσα και τη δική σου φωτογραφία, ήταν τότε που χάθηκε το μικρό σου καναρίνι και έμπηξες τα κλάματα και σε πήρα μια σφιχτή αγκαλιά και συ όλο παράπονο με ρώτησες «γιατί χάνονται οι αγαπημένοι» - και εγώ σου ’πα πως πάνε να βρουν άλλους παλιούς αγαπημένους και πως μαγικές αόρατες κλωστές κρατούν πάντα δεμένες την θύμηση και την αγάπη, και έτσι όπως ήμαστε σφιχτά αγκαλιασμένες με κατακόκκινα μάγουλα και πιο κόκκινες καρδιές έβγαλε ο παππούς την φωτογραφία.
Φεύγω , νομίζω. Σε λίγο δεν θα ακούω ούτε τον άνεμο. Καληνύχτα αγαπούλα μου!»

3 σχόλια:

  1. ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ!!! ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΥΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΓΙΑΓΙΟΥΛΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ ΠΡΙΝ ΑΡΚΕΤΑ ΧΡΟΝΙΑ!!!ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΙΧΕ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗ!!ΜΕ ΚΑΝΑΤΕ ΝΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΝΙΩΣΩ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ!!
    ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ!!
    ΜΑΡΙΑ Π - ΑΘΗΝΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΜΕ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΣΤΑ ΟΣΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΩ ΣΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ ΜΟΥ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ για τα ωραία λόγια σας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Απόψεις,Σχόλια & Εμπειρίες